close× τηλ. 210 5909409
close×




Οικοδομικά Υλικά

Προσπαθώντας να καλύψουμε όλες τις ανάγκες ενός κατασκευαστικού έργου έχουμε εμπλουτίσει την γκάμα μας με οικοδομικά και μονωτικά υλικά υψηλής ποιότητας. Διαθέτουμε προιόντα μεγάλης αντοχής για κάθε οικοδομικό έργο. Εμπορευόμαστε κόλες, αρμούς, αρμοκάλυπτρα και άλλα προιόντα που προσφέρουν ευκολία και άριστο αισθητικό αποτέλεσμα. Προσφέρουμε στους  μηχανικούς, τους διακοσμητές και γενικά  σε όλους τους πελάτες μας, μια μεγάλη ποικιλία υλικών και ένα πλήθος προτάσεων και λύσεων για κάθε έργο.

 

Τα οικοδομικά υλικά αποτελούν τη βάση κάθε είδους κατασκευής, καθορίζουν την αντοχή, την αισθητική έκφραση, την ασφάλεια και την άνεσή της. Λόγω της υψηλής απαιτούμενης ποσότητας τους, ο κατασκευαστικός κλάδος πρωτοστατεί στην κατανάλωση πρώτων υλών. Υπολογίζεται ότι στην Ευρώπη η χρησιμοποιούμενη ποσότητα οικοδομικών υλικών ξεπερνά τους 2 δισ. τόνους το χρόνο. Παράλληλα, οι ιδιότητες και οι συνδυασμοί των οιδομικών υλικών καθορίζουν τις ενεργειακές απαιτήσεις των κτηρίων, γεγονός που ενισχύει την περιβαλλοντική τους σπουδαιότητα.

  

Τα δομικά υλικά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αειφόρο ανάπτυξη μέσω της ενεργειακής τους λειτουργίας και της αντοχής τους, καθώς αυτά καθορίζουν τις ενεργειακές απαιτήσεις των κτηρίων στο σύνολο της ζωής τους. Αναπτύσσοντας τη χρήση των υλικών και των συνδυασμών τους μπορούν να επιτευχθούν σημαντικές βελτιώσεις στο περιβάλλον και στην ποιότητα ζωής. Παρουσιάζουν επίσης σημαντική οικονομική επιρροή στην κοινωνία, λόγω των μεγάλων επενδύσεων στα κτήρια και στις υποδομές, τα οποία πρέπει να διατηρηθούν και να επισκευαστούν. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ποσοστό 40 – 60% του κόστους της κατασκευής διατίθεται για την επισκευή και διατήρηση των κτηρίων.

 

Για την επίτευξη των οικονομικών, οικολογικών και κοινωνικών στόχων που τίθενται στην Ευρώπη σημαντικό είναι να συμπεριληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργικότητας, της αντοχής και της επάρκειας των υλικών που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία των δομικών υλικών απαρτίζεται από πολλές καινοτόμες εταιρείες, οι οποίες ελέγχουν μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και κατέχουν ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά.

 

Από την άλλη πλευρά, δραστηριοποιούνται πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις με μικρές δυνατότητες για Ε&Α. Σε γενικές γραμμές, το ποσό που δαπανάται στον τομέα Ε&Α είναι σχετικά μικρό και προκειμένου η Ευρώπη να διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο στο πεδίο αυτό, το ποσό πρέπει να αυξηθεί. Απαραίτητο, επίσης, είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και η καινοτομία στις ευρωπαϊκές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

  

Τα υλικά του μέλλοντος πρέπει να διακρίνονται από υψηλή λειτουργικότητα συνδυασμένη με αντοχή και από πολύ – λειτουργικότητα. Πέρα από τη χρήση των «βασικών υλικών» μόνων ή σε συμβατικούς συνδυασμούς, ένα πλήθος συνδυασμών μπορεί να οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα (π.χ. τσιμέντο σε συνδυασμό με πολυμερή και προηγμένες ίνες).

 

Μονωτικά Υλικά

Υπάρχουν διάφορα υλικά μόνωσης. Τα μονωτικά υλικά μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:

 

α) Βάσει των θερμοφυσικών τους ιδιοτήτων, με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στο συντελεστή θερμικής αγωγιμότητας λ, αλλά και σε ιδιότητες όπως η πυραντοχή, η αντοχή στη διαβροχή (υδατοαπορρόφηση) και η αντίσταση στη διάχυση υδρατμών

β) Βάσει των μηχανικών τους ιδιοτήτων, με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στην αντοχή στη θλίψη και, για εφαρμογές συστημάτων εξωτερικής θερμομόνωσης, στην αντοχή στη σκέδαση

γ) Βάσει των ηχομονωτικών τους ιδιοτήτων

δ) Βάσει της περιβαλλοντικής τους απόδοσης.

 

Σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 13162 για τα θερμομονωτικά υλικά, ένα υλικό πρέπει να διαθέτει συντελεστή θερμικής αγωγιμότητας λ μικρότερο του 0.06 W/mK.

 

Τα σύγχρονα θερμομονωτικά υλικά έχουν λ που κυμαίνεται από 0,028 έως 0,045, ενώ υπάρχουν και τα εξειδικευμένα υλικά νέας γενιάς ( vacuum gel insulation materials ) που αγγίζουν λ της τάξης του 0,005. Ωστόσο η εφαρμογή τους είναι ακόμη περιορισμένη καθώς υπάρχουν δυσκολίες εφαρμογής που πρέπει να ξεπεραστούν.

Ενδιαφέρον έχει να παρατηρήσει κανείς ότι στην κεντροευρωπαϊκή αγορά θερμομονωτικών υλικών για τα κτήρια κυριαρχούν τα ανόργανα ινώδη υλικά (υαλοβάμβακας και πετροβάμβακας καλύπτουν περίπου το 55%) με τα οργανικά αφρώδη (διογκωμένη και εξηλασμένη πολυστερίνη, λιγότερο η πολυουρεθάνη) να έπονται καλύπτοντας το 35% της αγοράς, ενώ το εναπομένον 10% καλύπτεται από υλικά όπως το ξυλόμαλλο, ο φελλός και το αφρώδες γυαλί.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εμφανίστηκαν στην αγορά νέες κατηγορίες υλικών, όπως τα διαφανή θερμομονωτικά υλικά και τα οργανικά ινώδη υλικά από οικολογική πρώτη ύλη, όπως το μαλλί προβάτων, οι ίνες διαφόρων φυτών ή και το τριφύλλι. Και οι δύο κατηγορίες παραμένουν στο περιθώριο της αγοράς, παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, κυρίως εξαιτίας του υψηλού τους κόστους. Συνολικά, η ευρωπαϊκή αγορά θερμομονωτικών υλικών χαρακτηρίζεται από διαφοροποίηση και πολυμορφία, στην προσπάθεια αναζήτησης του κατάλληλου υλικού ανάλογα

 

Λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των διαθέσιμων στην ελληνική αγορά υλικών, είναι σαφής η κυριαρχία των δύο βασικών κατηγοριών, των αφρωδών οργανικών και ινωδών ανοργάνων. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των πιο διαδομένων υλικών παρατίθενται στον Πίνακα Π1 που ακολουθεί.

 

Εκτός από τις διαφορές στις «παραδοσιακές» ιδιότητες υπάρχει και η διάσταση της φιλικότητας των υλικών προς το περιβάλλον, που μπορεί να εκφραστεί με διάφορους δείκτες, όπως η ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή του υλικού και η εμπεριεχόμενη ενέργεια (Εικόνα Α2), εκπομπές αερίων ρύπων κατά την παραγωγή των προϊόντων, η πιθανή χρήση ανακυκλωμένων υλικών, η τοξικότητα, κτλ. Η ανάλυση κύκλου ζωής, αλλά και ολοκληρωμένες μέθοδοι περιβαλλοντικής αξιολόγησης των θερμομονωτικών λύσεων αποτελούν χρήσιμα εργαλεία στην κατεύθυνση αυτή, η οποία θα πρέπει να συνεκτιμάται κατά την επιλογή των θερμομονωτικών υλικών, αλλά και των υπολοίπων δομικών υλικών.

 

Επιγραμματικά, και σε σχέση με τα υλικά που κυριαρχούν στην ελληνική αγορά, μπορεί κανείς να επισημάνει τα ακόλουθα σημεία:

 

Τα οργανικά αφρώδη υλικά έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

 

α) Έχουν χαμηλότερους συντελεστές θερμικής αγωγιμότητας, είναι ελαφρύτερα και έχουν μεγαλύτερη αντοχή σε θλίψη.  

 

β) Κυριαρχούν στην ελληνική αγορά, καλύπτοντας περίπου το 80% της ζήτησης.

 

γ) Έχουν μεγαλύτερη εμπεριεχόμενη ενέργεια, η οποία όμως μπορεί σχετικά εύκολα να ανακτηθεί, εφόσον εφαρμοστούν σχήματα επιλεκτικής αποδόμησης στο τέλος της ζωής του κτηρίου.